Κατασκευή Νοήματος για τη Φυσική Αγωγή των Παιδιών
Η κίνηση μπορεί να έχει ένα ιδιαίτερα σημαντικό νόημα για τα παιδιά. Γι’ αυτά, η κατασκευή ενός ορισμού του εαυτού τους συμβαίνει καθοδόν. Από την αρχή, τα παιδιά κινούνται προς τη μάθηση του περιβάλλοντός τους. Ειδικότερα μαθαίνουν πώς να λειτουργούν σ’ αυτό το περιβάλλον, και πώς οι άλλοι τους αντιλαμβάνονται ότι λειτουργούν. Αυτό τους βοηθάει στην κατασκευή των αντιλήψεων σχετικά με τον εαυτό τους. Το περιβάλλον φυσικής αγωγής είναι ένα διδακτικό περιβάλλον στο οποίο τα παιδιά θα μάθουν σχετικά με τον εαυτό τους ενώ συμμετέχουν σε κινητικές εμπειρίες. Έτσι, αυτό που συμβαίνει στις τάξεις φυσικής αγωγής είναι ένας ισχυρός παράγοντας συνεισφοράς για τον αυτό-προσδιορισμό των παιδιών.
Η κίνηση είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος στη ζωή των παιδιών, ως εκ τούτου, πρέπει να δοθεί σημασία στο τι τους παρακινεί να κινηθούν. Ο White (1959) στην κλασική του θεωρία για την παρακίνηση, υπέδειξε ότι επιλέγουμε να εμπλακούμε σε συμπεριφορές που μας ωθούν προς το συναγωνισμό. Θέλουμε και επιχειρούμε να κάνουμε αυτό που νομίζουμε ότι μπορούμε να κάνουμε με επιτυχία. Το να είσαι συναγωνιστικός σημαίνει ότι είσαι αποτελεσματικός στο περιβάλλον. Για το κινούμενο άτομο, αυτό δε σημαίνει απλά κατάλληλη εκτέλεση σωματικών δεξιοτήτων. Σημαίνει το να είσαι αποτελεσματικός στο περιβάλλον κίνησης (Καθορίζεται ως οτιδήποτε στο περιβάλλον θα μπορούσε να επηρεάσει την κίνηση) εκπληρώνοντας οποιοδήποτε κινητικό στόχο περιλαμβάνει η κίνησή σου. Αν ο στόχος του καθήκοντος είναι η μεταβίβαση της μπάλας του μπάσκετ σε έναν ιδιαίτερο συμπαίκτη ο οποίος είναι πιο κοντά στο καλάθι από σένα (και ως εκ τούτου, έχει μια καλύτερη ευκαιρία για σκοράρισμα), επιτυχία θα ήταν μια πάσα στον συμπαίκτη, πιασμένη στο σημείο που, τη συγκεκριμένη στιγμή, παρέχει στον σουτέρ την καλύτερη ευκαιρία να κάνει ένα καλάθι με το ελάχιστο ποσό αμυντικής παρεμβολής γι’ αυτήν την ιδιαίτερη κατάσταση. Επάρκεια δεν είναι απλά να εκτελέσεις μία κατάλληλη πάσα μπάσκετ πάνω απ’ το κεφάλι, ακολουθώντας τους μηχανικούς νόμους της μετάδοσης δύναμης. Είναι να δώσεις τη μπάλα στο σουτέρ με έναν τρόπο που να του δίνει την ευκαιρία να κάνει ένα καλάθι σε μία ιδιαίτερη κατάσταση παιχνιδιού. Η επάρκεια δεν είναι απλά το πόσο αποτελεσματικά μπορούν να εκτελεστούν απομονωμένες δεξιότητες. Είναι το πόσο αποτελεσματικά εκτελεί κάποιος αυτές τις δεξιότητες μέσα στο περιβάλλον κίνησης.
Η διάκριση ανάμεσα στην οπτική της αποτελεσματικής-περιβαλλοντικής-εκτέλεσης και στην οπτική της εκτέλεσης-απομονωμένης-δεξιότητας στην κατανόηση της επάρκειας είναι μία σημαντική έννοια που πρέπει να κατανοηθεί. Για μεγαλύτερη διευκρίνιση, ας εξετάσουμε το παράδειγμα ξανά. Εκτελείς μία μηχανικά σωστή πάσα με τα δύο-χέρια πάνω απ’ το κεφάλι. Αποτυχαίνεις, εντούτοις, να αντιληφθείς έναν αντίπαλο ο οποίος είναι αρκετά κοντά στη διαδρομή της πάσας ώστε να είναι ικανός να εκτρέψει τη μπάλα απ’ την πορεία της. Ο αμυντικός μετακινείται γρήγορα, ανακατευθύνει τη μπάλα εκτός της πορείας της, και η μπάλα δεν φτάνει στο συμπαίκτη σου. Εκτός από το γεγονός ότι η ρίψη ήταν κατάλληλα εκτελεσμένη στα πλαίσια της μηχανικής και ότι πιθανόν «φαινόταν καλή» όπως την έκανες, δεν ήταν αποτελεσματική σ’ αυτήν την ιδιαίτερη κατάσταση επειδή ο συμπαίκτης σου ποτέ δεν πήρε την μπάλα. Ο συμπαίκτης σου ποτέ δε σούταρε ή σκόραρε στο καλάθι. Η επάρκεια, ως εκ τούτου, όπως ορίστηκε δεν επιδείχτηκε.
Μία αίσθηση επάρκειας γίνεται μέρος της δομημένης αυτό-εικόνας ενός ατόμου. Ένα άτομο καθοδηγείται από αυτήν την αίσθηση προσδοκίας ότι θα είναι ικανός να χειριστεί οποιεσδήποτε απαιτήσεις προκύψουν απέναντί του. Προσδοκά ότι θα ανταποκριθεί με επιτυχία σε τέτοιες απαιτήσεις και επίσης αισθάνεται ικανοποιημένος να κάνει κάτι τέτοιο. Η παρακίνηση για δράση προέρχεται από την ανάγκη να μεταβεί προς την επάρκεια και να τη διατηρήσει και από τα αντιλαμβανόμενα αισθήματα ικανοποίησης. Η απόκτηση επάρκειας, ως εκ τούτου, παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην κονστρουκτιβική τάξη.
Ως δάσκαλοι φυσικής αγωγής, ζητάμε από τα παιδιά να κινηθούν. Το πώς το παιδί προσεγγίζει μία ατομική κατάσταση κίνησης επηρεάζει την εμπλοκή του, δηλαδή, το τι επιλέγει να κάνει και το πώς μετακινείται. Είναι σημαντικό για τους καθηγητές φυσικής αγωγής να κατανοήσουν τους ατομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν το νόημα που δίνουν τα παιδιά στην εμπλοκή τους σε καταστάσεις κίνησης. Οι Griffin και Keogh (1981, 1982) ήταν μεταξύ των ερευνητών που διερεύνησαν τις δομές της θεωρίας της παρακίνησης ειδικά σε περιβάλλοντα κίνησης. Οι ιδέες τους σχετίζονται με την εμπλοκή ενός ατόμου σε καταστάσεις μετακίνησης, ιδιαίτερα στη σχέση ανάμεσα στην επάρκεια και την αυτοπεποίθηση. Αυτές οι ιδέες περιγράφονται εδώ για να διευρύνουν την κατανόησή σας για το νόημα που κατασκευάζουν τα παιδιά όπως αυτό συμβαίνει στην τάξη φυσικής αγωγής.
Η πεποίθηση-εμπιστοσύνη σχετικά με την κίνηση, που ορίζεται ως η αίσθηση επάρκειας για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων μιας κινητικής κατάστασης, θεωρείται ο κύριος λόγος για τη συμμετοχή ενός ατόμου σε μία κινητική εμπειρία. Ένας παίκτης του βόλεϊ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εξαιρετική ευκαιρία να καρφώσει. Η εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να καρφώνει μια μπάλα βόλεϊ θα επηρεάσει το αν θα επιμείνει ή όχι στο να καρφώνει στη διάρκεια αυτού του παιχνιδιού και σε μελλοντικά παιχνίδια. Αν το επίπεδο πεποίθησης που έχει είναι υψηλό, τότε το πιθανότερο είναι ότι θα επιλέξει να καρφώσει, θα το κάνει στα σίγουρα και θα ψάχνει για περισσότερες ευκαιρίες να καρφώσει στη διάρκεια του παιχνιδιού. Αν το επίπεδο εμπιστοσύνης στην ικανότητά του είναι χαμηλό, τότε πιθανότερα θα αποφασίσει να χτυπήσει απαλά τη μπάλα πάνω απ’ το φιλέ παρά να την καρφώσει, δείχνοντας διστακτικότητα στις κινήσεις του και ελπίζοντας να μην πάρει ξανά πάσες στη διάρκεια του παιχνιδιού.
Τα επίπεδα πεποίθησης επηρεάζονται από έναν αριθμό διαφορετικών πηγών, η πιο ισχυρή απ’ τις οποίες είναι η επάρκεια απόδοσης. Όσο πιο συχνά ένα άτομο πετυχαίνει σε προκαθορισμένες καταστάσεις κίνησης, τόσο περισσότερη πεποίθηση θα έχει σε σχέση με την ικανότητά του να εκτελεί αυτή την κίνηση. Ο παίκτης του βόλεϊ που έχει κερδίσει πόντους για την ομάδα του σε προηγούμενα παιχνίδια εκτελώντας πετυχημένα καρφιά θα έχει εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να καρφώσει στην επόμενη πάσα που θα πάρει. Ο ικανός παίκτης πιστεύει ότι θα είναι πετυχημένος όταν επιχειρεί να κινηθεί. Είναι πεπεισμένος ότι θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την πρόκληση και το επίπεδο πεποίθησής του καθορίζεται εν μέρει από το πόσο ικανός αντιλαμβάνεται ότι είναι.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η πεποίθηση για την κίνηση δεν είναι ένα γενικό χαρακτηριστικό που αντιπροσωπεύει υψηλές προσδοκίες για τη συνολική κινητική απόδοση. Έχει μεγάλη σχέση με τις απαιτήσεις ενός ιδιαίτερου κινητικού περιβάλλοντος και μπορεί να ποικίλει σε μεγάλο βαθμό. Ένας παίκτης βόλεϊ με πεποίθηση μπορεί να μην είναι ένας κολυμβητής με πεποίθηση. Επιπλέον, ένας παίκτης του βόλεϊ με πεποίθηση στο κάρφωμα μπορεί να μην έχει πεποίθηση στο σέρβις. Ακόμη περισσότερο, ένας παίκτης με πεποίθηση στο κάρφωμα μπορεί να μην έχει πεποίθηση στο κάρφωμα όταν δύο ικανοί και πολλοί ψηλοί μπλοκέρς τοποθετούνται απέναντι απ’ το φιλέ μπροστά του. Η πεποίθηση για την κίνηση επηρεάζεται από το ιδιαίτερο περιβάλλον στο οποίο κάποιος πραγματοποιεί την κίνηση.
Η πεποίθηση για την κίνηση έχει δειχθεί ότι σχετίζεται με την αντιλαμβανόμενη ικανότητα. Η πεποίθηση για την κίνηση έχει επίσης δειχτεί ότι επηρεάζει την επιλογή συμμετοχής, την απόδοση και την επιμονή στις δραστηριότητες. Μία επιπλέον σχέση, μεταξύ της συμμετοχής και της ικανότητας, είναι ένα σημαντικό ζήτημα της εμπλοκής στην κίνηση που χρειάζεται την προσοχή μας. Η αυξημένη συμμετοχή θα έχει πιθανά ως αποτέλεσμα αυξημένη ικανότητα. Κάποιος γίνεται καλύτερος σ’ αυτό που εξασκείται. Ένα ικανό άτομο είναι πιο πιθανό να εκτελέσει με ευκολία και να επιμείνει στη συμμετοχή για περισσότερο αυξάνοντας την ευκαιρία να αναπτύξει την ικανότητά του. Η ικανότητα στην κίνηση ενισχύει την πεποίθηση για την κίνηση η οποία, με τη σειρά, επηρεάζει την επιλογή συμμετοχής, την απόδοση και την επιμονή με έναν θετικό τρόπο, οδηγώντας, ως εκ τούτου, σε αυξημένη ικανότητα κίνησης και επακόλουθη αυξημένη πεποίθηση. Αυτές οι αλληλοσχετιζόμενες ιδέες δείχνουν καθαρά την ανάγκη των καθηγητών φυσικής αγωγής να τονίσουν το στόχο της ανάπτυξης κινητικής ικανότητας, ή επιδεξιότητας, έτσι που η αυτοπεποίθηση να αυξηθεί, και να εστιάσουν τις διδακτικές τους προσπάθειες προς αυτό το σκοπό.